Στην πρεμιέρα της παράστασης “Πυγμαλίων – Ωραία μου κυρία”
13 Δεκεμβρίου 2016
ΤΕΛΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΚΟΥΡΤΙΔΗ
13 Δεκεμβρίου 2016
Προβολή όλων

Ο Δημήτρης Γιώτης μας μιλάει για “Το ημερολόγιο ενός τρελλού”

Ο Δημήτρης Γιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πρότυπο Ιδιωτικό Σχολείο Ι.Σ.Μπαρμίκα, στην Αγία Παρασκευή.
Εισήχθη ως εξαιρετικό ταλέντο, από το Υπουργείο πολιτισμού και επέλεξε να φοιτήσει στη Δραματική Σχολή Γ.Θεοδοσιάδη. Έχει κάνει μαθήματα φωνητικής με την Μαίρη Δαλάκου (καθηγήτρια φωνητικής στο Εθνικό Ωδείο) καθώς και με την κυρία Φρίντα Τρύπη (αναγνωρισμένη καθηγήτρια όλων των σπουδαίων σοπράνο της λυρικής σκηνής).
Έχει παρακολουθήσει μαθήματα χορού με τον Ισίδωρο Σιδέρη (χορογράφο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής) καθώς και με τον Σίμωνα Πάτροκλο. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια υποκριτικής στην Ελληνο-Αμερικάνικη Ένωση με τον Κιούρ.
Με την αποφοίτησή του παίζει δίπλα στην αξέχαστη Αλίκη Βουγιουκλάκη στο μιούζικαλ ” Η Μελωδία της Ευτυχίας” των Richard Rodgers & Oscar Hammerstein, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη. Αυτή την περίοδο τον συνανάνταμε στην παράσταση “Το ημερολόγιο ενός τρελλού” του Γκογκόλ.

Ο Δημήτρης Γιώτης σε μια αποκλειστική συνέντευξη στο Τρίτο Κουδούνι και στην Ελένη Αναγνωστοπούλου.

ΕΑ: Ο ήρωας σχολιάζει τα κακώς κείμενα της ρώσικης κοινωνίας του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, τα σατιρίζει ή τα σχολιάζει;

Δημήτρης: Βέβαια. Ο Γκόγκολ είναι τόσο μαέστρος στη συγγραφή του, μοναδικά δεξιοτέχνης που κατά τη γνώμη μου κάνει μια λεπτοδουλειά, ένα «κέντημα» όπως θα λέγαμε στο θέατρο μεταξύ σχόλιου, σάτιρας και αυτοσαρκασμού. Δεν είναι δηκτικός, εκεί που πάει να γίνει δηκτικός περνάει ο αυτοσαρκασμός. Εξάλλου, το έργο σύμφωνα με τη βιογραφία του Γκόγκολ έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά. Το κείμενο είναι τόσο διαχρονικό, μας αφορά τόσο πολύ, δεν νομίζω ότι αναφέρει απομονωμένα και ξεχασμένα τι έγινε το 19ο αιώνα , νομίζω είναι τι γίνεται τώρα στη σημερινή εποχή εν έτει 2016.

ΕΑ : Πως προσεγγίσατε το ρόλο του Αυξέντιου;

Δημήτρης: Με ψυχή, συναίσθημα, αγάπη, με πολλή μελέτη πάνω σε αυτόν τον άνθρωπο. Τον πόνεσα πολύ, έφτασα στα όρια της ταύτισης. Όταν λέω με ψυχή ,θέλω να σταθώ στο ότι η παράσταση δουλεύει με το συναίσθημα. Προβάλλει το συναίσθημα και τις βαθύτερες ανάγκες, ψάχνει μέσα στα άδυτα της ψυχής αυτού του ανθρώπου. Η παράσταση δεν στάθηκε σε ψεύτικους μοντερνισμούς.

ΕΑ: Στο έργο ο ήρωας λέει: «Θέλω να μιλήσω με έναν άνθρωπο». Γιατί τελικά δεν προσεγγίζει κάποιον άνθρωπο;

Φωτογραφία: Γιάννης Γκογκόπουλος


Δημήτρης: Γιατί έχει πέσει στα όρια της απομόνωσης και της αποξένωσης, νιώθει ότι αυτά που πιστεύει ο ίδιος για τον εαυτό του με δεδομένη τη χαμηλή αυτοεκτίμηση του και χαμένη αξιοπρέπεια/αυτοσεβασμό γιατί αυτά που λέει και διαβάζει στα ανύπαρκτα γράμματα είναι αυτά που λέει ο ίδιος για τον εαυτό του. Τούτος εδώ, μέσα στο μικρόκοσμό του και σε τόσο χαμηλή αυτοεκτίμηση που έχει, ταυτίζομαι πολύ μαζί του. Τον έχω ανάγκη τον Αυξέντιο, με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Αυτό μου έχει διδάξει ως τώρα.

ΕΑ: Ηθελημένα έχει απομονωθεί;

Δημήτρης: Είναι το παιχνίδι της ζωής του. Όταν ένας άνθρωπος νιώθει ότι δεν αξίζει και δεν κάνει δουλειά με τον εαυτό του για να κάνει ένα βήμα παραπάνω, αφήνεται χωρίς να το καταλαβαίνει σ’έναν βούρκο να τον τραβάει προς τα κάτω. Αυτό έχει πάθει ο Αυξέντιος.

ΕΑ: Στο τέλος του έργου, ο ήρωας επικαλείται τη μητέρα του. Θεωρείτε ότι η μορφή της μητέρας παίζει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του;

Δημήτρης: Ολονών μας. Είναι ο άνθρωπος που μας φέρνει στη ζωή. Επιβεβαιώνουμε τη ζωή μας σύμφωνα με το πώς ερμηνεύσαμε τα γεγονότα μέχρι τα πέντε μας χρόνια. Για ένα μικρό παιδί, οι γονείς είναι τα πάντα. Είναι οι θεοί του. Έτσι και τώρα, για να επανέλθουμε στον «Τρελό» γιατί εγώ τον θεωρώ ελεύθερο, δεν τον θεωρώ καθόλου τρελό, έτσι κι αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση ζητάει από τη μητέρα του: (…) Μάνα, πάρε με στην αγκαλιά σου, συγχώρεσε με και κάνε με να ηρεμήσω. Δεν έχω πουθενά χώρο στον κόσμο, μάνα.

ΕΑ: Εντέλει, ο Αυξέντιος τρελαίνεται; Ή ο Γκόγκολ προσπαθεί να τον παρουσιάσει ως έναν άνθρωπο τρελό που σχολιάζει τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας που νοσεί;

Δημήτρης: Τρελαίνεται και σαφέστατα είναι αντικατοπτρισμός της κοινωνίας που νοσεί, όμως για μενα σε μια βαθύτερη αναζήτηση του ρόλου και με πολλή αγάπη δεν θεωρώ ότι είναι τρελός. Τι εννοώ για να μην παρεξηγηθώ: Εμείς οι καθωσπρέπει που έχουμε υιοθετήσει μια καθωσπρέπει συμπεριφορά για να είμαστε αποδεκτοί στο σύνολο. Μια τέτοια συμπεριφορά, ο Αυξέντιος δεν την ξέρει. Θεωρεί ότι είναι βασιλιάς. Δεν ενοχλεί κανέναν. Και ποιος μας είπε ότι εμείς είμαστε καλά; Το αποδεικνύει η κοινωνία μας ότι δεν είμαστε καλά (γέλια). Η οικονομική πολιτική της χώρας αποδεικνύει ότι δεν είμαστε καλά. Δεν μιλάω μόνο σύμφωνα με την παρούσα κυβέρνηση, μιλάω με όλο το σύστημα του πως φτάνεις εδώ πριν φτάσεις. Δεν υπάρχει «καρκίνος» στη θέση του τρελού. Είναι ελεύθερος.

ΕΑ: Γιατί βασανίζουν τον ήρωα;

Δημήτρης: Ήταν το τότε σύστημα επαναφοράς, θεωρητικά πάντα, εγώ δεν νομίζω ότι βασανίζοντας κάποιον τον επαναφέρεις στα πρέπει. Αντιδράει ή τρελαίνεται ακόμα περισσότερο ή αυτοκτονεί. Πάλι μέσα στο έργο, στις τελευταίες σκηνές, λέει ο ήρωας: Λίγο έλειψε να τρελαθώ. Ο ίδιος δεν το ξέρει λοιπόν ότι έχει τρελαθεί. Κανείς άνθρωπος που μπαίνει σε ψυχιατρείο δεν έχει καλή εξέλιξη γιατί απλά τον πλακώνουν στα χάπια. Ποιος αποφασίζει τι είναι καλό και τι κακό για τον άλλον; Μια αγκαλιά να κάναμε ο ένας τον άλλον. Η δύναμη της αγκαλιάς, της ενέργειας που μεταφέρει ασφάλεια, αποδοχή, νοιάξιμο, αγάπη, αναγνώριση είναι τόσο ωραία συναισθήματα που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος με μια κουβέντα ή αγκαλιά.

Φωτογραφία: Γιάννης Γκογκόπουλος


ΕΑ: Βλέποντας την παράσταση, παρατήρησα ότι ήταν εξανθρωπισμένος ο «Τρελός». Αυτή ήταν μια σκηνοθετική σκέψη;

Δημήτρης: Ναι, πρέπει να είναι στα όρια του παρατημένου. Χαίρομαι που το βλέπετε έτσι. Δόξα το θεό, το έργο έχει δεχτεί καταξίωση και αναγνώριση και από το κοινό και από τους κριτικούς. Ο ήρωας δεν θα μπορούσε να αφήσει τον εαυτό του να είναι βρώμικος, το πρόσωπό του είναι πολύ καθαρό για να μπορούμε να δούμε ως καθρέφτη της ψυχής του τα πράγματα. Η ψυχή του είναι ταλαιπωρημένη, στο βάθος είναι καθαρή.

ΕΑ: Ήθελα να σχολιάσουμε τη χάρτινη κορώνα που φοράει, ως σκηνικό αντικείμενο.

Δημήτρης: Θεωρώ ότι ο τρελός είναι αθώος, είναι αγνός. Είναι ένα παιδί. Αυτό θέλει ένα παιδί, να παίξει και να μοιραστεί τα παιχνίδια του. Του φτάνει αυτή η χάρτινη κορώνα για να νιώσει βασιλιάς. Δεν τον σέβονται για αυτό και εκείνος λέει, Θα γίνω βασιλιάς για να με σέβεσαι.

ΕΑ: Έχει μια εμμονή με το ημερολόγιο;

Δημήτρης: Όλοι οι ψυχαναγκαστικοί έχουν εμμονή με τη σειρά, με την τάξη. «Ξύνω τις πένες με ακρίβεια και μέθοδο». Αφηγούμαι τη ζωή του σαν να την γράφω. Αποφύγαμε να αναφερόμαστε συνέχεια στο ημερολόγιο για να μη γίνει ρεαλιστικό.

ΕΑ: Ήταν δύσκολο το ημερολόγιο ενός τρελού όσον αφορά την προετοιμασία;

Δημήτρης: Πάρα πολύ. Πέρασα από συμπληγάδες πέτρες για να φτάσω στο αποτέλεσμα. Είχε ενάμιση χρόνο προετοιμασίας, μελέτης, δουλειάς αποστήθισης κειμένου. Δούλεψα τους μονολόγους με διαφορετικές μουσικές ταυτόχρονα. Πολλή δουλειά για να φτάσουμε στο αποτέλεσμα αλλά νομίζω ότι είχα μια ευτυχισμένη συγκυρία να δεθούν όλα τα κομμάτια καλά. Έρχονται ομαλά στο θεατή. Δεν μπορώ να φανταστώ το επόμενο βήμα. Έχω αγαπημένα κείμενα στο συρτάρι.

ΕΑ: Μου έχει συμβεί πολλές φορές όταν παρακολουθώ θεατρικά έργα να μην καταλαβαίνω αυτά που βλέπω. Τι εννοώ: Πολλές φορές, οι σκηνοθέτες κατακερματίζουν το κείμενο.

Δημήτρης: Νομίζω ότι είναι μια παρεξήγηση, θα το έλεγα λούπα των μοντερνισμών. Δεν φταίει ο θεατής άμα του το δίνουμε σε μια μεταμοντερνιά. Γι’ αυτό σου λέω, αυτά είναι τερτίπια σκηνοθετικά. Τα κείμενα είναι από μόνα τους δυνατά, παίξε με την αλήθεια.